Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

Τι θα αποδώσει το νέο Σύμφωνο Σταθερότητας;

Η εμπειρία μάς έχει διδάξει να μην παίρνουμε κατά κυριολεξία τα ονόματα που δίνει η Ευρωπαϊκή Ένωση στα πολλά και διάφορα ‘σύμφωνά’ της. Το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης που εισήχθη το 1996 απέτυχε παταγωδώς να εκπληρώσει τους δύο αυτούς στόχους. Παρά τη βαριά του ονομασία, η Ευρωζώνη δεν διακρίθηκε ούτε για τη σταθερότητά της, ούτε για την υψηλή της ανάπτυξη.



Το ίδιο συμβαίνει με το Σύμφωνο Ανταγωνιστικότητας, που προσπαθούν να επιβάλλουν στα υπόλοιπα μέλη του ευρώ η Γερμανίδα καγκελάριος Αγγέλα Μέρκελ και ο Γάλλος πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί – μέχρι στιγμής όχι με επιτυχία.



Οι Υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης εργάστηκαν τη Δευτέρα και την Τρίτη αναζητώντας συμβιβασμούς που θα καταστήσουν δυνατή μια συμφωνία σε ευρωπαϊκό επίπεδο ως την εαρινή σύνοδο κορυφής στα τέλη Μαρτίου. Αλλά ακόμα κι αν επιτευχθεί συμφωνία, η Ευρωζώνη δεν θα έχει πετύχει πολλά. Για μια ακόμη φορά συζητά για τα θέματα ανταγωνιστικότητας και για το πώς θα βελτιώσει τις μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές της προοπτικές, χωρίς όμως να το κάνει.


Αυτό δεν σημαίνει ότι αρκετά από τα μέτρα που συμπεριλαμβάνονται στο γαλλογερμανικό σύμφωνο δεν είναι αξιόλογα, όπως για παράδειγμα η αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης. Ενδεχόμενη συμφωνία για την αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης έχει νόημα για την Ευρωζώνη. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του οίκου Standard & Poor’s, δίχως περαιτέρω μεταρρυθμίσεις των δημόσιων συνταξιοδοτικών προγραμμάτων, το δημόσιο χρέος της Γερμανίας θα ξεπεράσει ως το 2050 το 400% του ΑΕΠ, της Γαλλίας το 403%, της Ιταλίας το 245% και της Ισπανίας το 544%. Παρομοίως η συμπερίληψη αυστηρών ορίων για τα επιτρεπόμενα επίπεδα δημόσιου δανεισμού και δημόσιου χρέους στα εθνικά συντάγματα αποτελεί ενδεχομένως έναν ακόμη τρόπο για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των αγορών στις διαχειριστικές ικανότητες των κυβερνήσεων του ευρώ, που έχουν χάσει την αξιοπιστία τους.


Αλλά παραμένει ασαφές πως τα δύο αυτά μέτρα θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα ή την ικανότητα της Ευρωζώνης να παράγει προϊόντα και υπηρεσίες παγκοσμίως ανταγωνιστικές και με χαμηλό κόστος.


Η σταθερή απώλεια ανταγωνιστικότητας των μισθολογικών αμοιβών σε σχέση με τη Γερμανία υπήρξε ένας από τους πιο σοβαρούς λόγους των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν αρκετά κράτη μέλη του ευρώ μετά την είσοδο του ενιαίου νομίσματος. Ο τερματισμός της αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής των μισθών μπορεί να βοηθήσει στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας κάποιων λίγων χωρών που ακολουθούν αυτό τον κανόνα, ο οποίος διασφαλίζει ότι ένας σχετικά υψηλός πληθωρισμός μεταφράζεται σε υψηλότερες αμοιβές δίχως καμία εγγύηση αύξησης της παραγωγικότητας.


Αλλά το πιο ξεκάθαρο σημάδι ότι το Σύμφωνο Ανταγωνιστικότητας δεν αφορά την ανταγωνιστικότητα είναι η πρόταση για τη θέσπιση ενός ελάχιστου κατώτατου ορίου εταιρικής φορολογίας, που για τις χώρες που έχουν τα χαμηλότερα επίπεδα, συγκεκριμένα την Ιρλανδία, την Κύπρο και την Ουγγαρία, θα σημάνει αύξηση της εταιρικής φορολογίας. Σε άρθρο που δημοσιεύτηκε την περασμένη βδομάδα πέντε οικονομολόγοι του ΟΟΣΑ, σε συνεργασία με τον Κρίστοφερ Χέντι του βρετανικού πανεπιστημίου του Κεντ, εξέτασαν το αντίκτυπο των φορολογικών μεταβολών σε 21 ανεπτυγμένες οικονομίες κατά την τελευταία 35ετία. Τα συμπεράσματά τους δεν άφηναν αμφιβολίες. Αν ο στόχος είναι η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, «η φορολογία που πρέπει να μειωθεί περισσότερο είναι η εταιρική φορολογία».


Το 12,5% της ιρλανδικής εταιρικής φορολογίας ενοχλούσε από καιρό τους Γερμανούς και τους Γάλλους. Η βασική τους αντίρρηση είναι ότι οι εταιρείες που αναζητούν πρόσβαση στις ευρωπαϊκές αγορές εγκαθίστανται στην Ιρλανδία ώστε να ελαχιστοποιούν τους φόρους που πληρώνουν στην Ευρώπη. Η Ιρλανδία παίρνει τις θέσεις εργασίας αλλά με το κόστος του να αποστερεί από τα άλλα κράτη μέλη του ευρώ εταιρικά φορολογικά έσοδα. Αυτό, υποστηρίζουν, έχει κόστος και για την Ιρλανδία γιατί έχει πολύ περιορισμένη φορολογική βάση, με αποτέλεσμα τα δημόσια οικονομικά της να καθίστανται ευάλωτα στην κατάρρευση ακόμη και ενός μόνο τομέα – όπως ήταν οι κατασκευές. Το επιχείρημα αυτό είναι σωστό και η Γαλλία και η Γερμανία μπορεί να έχουν δίκιο. Αλλά το ζήτημα δεν αφορά την ανταγωνιστικότητα, αφορά την ενίσχυση των φορολογικών εσόδων.


Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ένα σύμφωνο ανταγωνιστικότητας είναι η αποκαλούμενη Ατζέντα της Λισσαβόνας που εισήχθη το 2000, είχε 10ετή διάρκεια και είχε σαν στόχο την ενίσχυση της μακροπρόθεσμης αναπτυξιακής δυναμικής των χωρών του ευρώ. Η Ατζέντα της Λισσαβόνας περιείχε πολλές υποσχέσεις, αλλά απέδωσε λίγα και κάθε σοβαρή προσπάθεια για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της Ευρωζώνης θα όφειλε να ξεκινήσει από την αναθεώρηση των στόχων της Λισσαβόνας και να διασφαλίσει ότι αυτή τη φορά θα υπήρχε ανταπόκριση στις προκλήσεις.


Η Ατζέντα της Λισσαβόνας ήταν πολλά υποσχόμενη γιατί επιχειρούσε να συγκρίνει τα κράτη μέλη της ΕΕ με άλλα κομμάτια της παγκόσμιας οικονομίας, να εντοπίσει τα αδύνατα σημεία και να βρει τις καλύτερες πρακτικές, όπου υπήρχαν.


Εκτιμώντας τις προόδους των χωρών κατά τα 10 χρόνια της Ατζέντας της Λισσαβόνας, το Κέντρο για την Ευρωπαϊκή Μεταρρύθμιση έδωσε την καλύτερη βαθμολογία στην Ολλανδία. Και εδώ μπορεί να βρίσκεται κάποια μικρή ελπίδα.


Φτάνοντας στη συνάντηση των Υπουργών Οικονομικών της εβδομάδας τη Δευτέρα, ο Ολλανδός Υπουργός Οικονομικών Γιαν Κεές ντε Γιάγκερ είπε ότι η κυβέρνησή του έχει πολλά να συμβάλλει. «Δεν πρόκειται για καθαυτή υπαγόρευση, αλλά δεν μπορούμε απλά να αποδεχτούμε τις ιδέες της Γαλλίας και της Γερμανίας», είπε για το γαλλογερμανικό σύμφωνο. «Η Ολλανδία έχει κι αυτή ιδέες. Πρέπει να συζητήσουμε τα θέματα ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας, είναι πολύ σημαντικά. Αλλά η συγκεκριμένη πρόταση είναι απλά αφετηρία προς συζήτηση».
 
http://diolkos.blogspot.com
Ελάχιστα όμως από τα μέτρα που προτείνει αυτό το Σύμφωνο θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα των κρατών μελών, είτε εντός Ευρωζώνης, σε σχέση με τα άλλα κράτη μέλη, είτε εκτός Ευρωζώνης, σε σχέση με τις άλλες οικονομίες του υπόλοιπου κόσμου. Το προτεινόμενο Σύμφωνο Ανταγωνιστικότητας στοχεύει στη βελτίωση των δημόσιων οικονομικών των κρατών της ευρωπαϊκής περιφέρειας, διασφαλίζοντας ότι θα συμπεριφέρονται περισσότερο σαν τη Γερμανία. Και τουλάχιστον σε ένα ζήτημα, το ζήτημα της εταιρικής φορολογίας, το σύμφωνο όχι μόνο δεν θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα, αλλά θα της κάνει ζημιά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: