Σάββατο, 19 Μαρτίου 2011

Οι Έλληνες της Ανατολής στην Επανάσταση του 1821

Παρότι η Επανάσταση του 1821 έχει μελετηθεί σε μεγάλο βαθμό, εν τούτοις διάφορες παράμετροι που σχετίζονται με το ιδεολογικό, κοινωνικό αλλά και γεωγραφικό πλαίσιο, παραμένουν ακόμα άγνωστοι. Στις παραμέτρους αυτές περιλαμβάνεται και η συμμετοχή των Ελλήνων που κατοικούσαν στις περιοχές που χάθηκαν οριστικά για τον ελληνικό κόσμο μετά το 1922.


Οι Έλληνες του Εύξεινου Πόντου


Για τον οθωμανοκρατούμενο μικρασιατικό Πόντο, ο Γεώργιος Κανδηλάπτης αναφέρει ότι “Εν Τραπεζούντι κοινωνοί αυτής εγένοντο οι διδάσκαλοι Ηλ. Κανδήλης και Σάββας Τριανταφυλλίδης…”Ποντιακά ιστορικά ανάλεκτα, Αλεξανδρούπολη, 1925, σελ. 14.) Ο ίδιος αναφέρεται στη μύηση του μητροπολίτη Χαλδίας Σιλβέστρου του Β’ και σε άλλα ενδιαφέροντα γεγονότα. (Γεωργίου Θ. Κανδηλάπτη,


Γράφει : “…εμυήθη εις την Φιλικήν Εταιρίας κατηχηθείς υπό του εν Τραπεζούντι σχολάρχου, φίλου και συμμαθητού του Σάββα Τριανταφυλλίδου… και ότι βραδύτερον διεπιστώθη τούτο εξ επιστολής του εν Κωνσταντινουπόλει αντιπροσώπου του Πρωτοσύγγελου Ιωακείμ, και έδωκεν, ενώπιον δύο απεσταλμένων της Φιλ. Εταιρείας, ελθόντων εις την Αργυρούπολιν υπό το ένδυμα δερβίσσηδων, τον επί τούτω όρκον. Οι ως άνω απεσταλμένοι, περιελθόντες πολλάς ελληνικάς εν Πόντω κοινότητας, πολλούς κατήχησαν και συνδρομάς εισέπραξαν δια τον αγώνα. Τότε έγραψα ότι κατηχήθηκαν και πλείστοι πρόκριτοι και προύχοντες της Αργυρουπόλεως και της επαρχίας Χαλδίας και συνηθροίσθη το σπουδαίον δια την εποχήν εκείνην ποσόν των 12.000 γροσίων, όπερ και απεστάλη μέσον Πατριαρχείων εις την αγωνιζομένην Ελλάδα.” (Γεωργίου Θ. Κανδηλάπτη, Οι Πόντιοι κατά τους αγώνας της επαναστάσεως”, Ποντιακή Εστία, τεύχ. 13, 1962, σελ. 6623-6626.)


Σημαντική εκπρόσωπος της ποντιακής συμμετοχής υπήρξε η οικογένεια των Υψηλαντών, η οποία, όπως και η άλλη ποντιακή οικογένεια των Μουρούζηδων, έδωσαν τα πάντα στον Αγώνα. Η οικογένεια των Υψηλαντών ενσάρκωσε με τον πλέον αποκαλυπτικό τρόπο το γεγονός της στράτευσης όλων των Ελλήνων στο στόχο της πολιτικής αποκατάστασης του υπόδουλου γένους.


Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ανέλαβε την Γενική Αρχηγεία της Φιλικής Εταιρείας. Στις 22 Φεβρουαρίου του 1822 πέρασε τον Προύθο επικεφαλής μερικών μόνο αντρών. Στις 24 Φεβρουαρίου κήρυξε την Επανάσταση. Η κρίσιμη μάχη έγινε στο Δραγατσάνι στις 7 Ιουνίου. Η ηρωϊκή αντίσταση και η θυσία του“Ιερού Λόχου” με επικεφαλής τον Νικόλαο Υψηλάντη, σήμαναν την καταστολή της εξέγερσης. Περισσότεροι από 200 Ιερολοχίτες έπεσαν στη μάχη και 37 αιχμαλωτίστηκαν για να αποκεφαλιστούν αργότερα στην Κωνσταντινούπολη. Σώθηκαν 136, οι οποίοι θα καταλήξουν στις ρωσικές φυλακές. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης θα συλληφθεί από τους Αυστριακούς και θα παραμείνει στη φυλακή μέχρι το 1827. Από τους διασωθέντες Ιερολοχίτες εκτιμάται ότι οι 19 κατάγονταν από τον Πόντο.


Στα επαναστατικά στρατεύματα στον ελληνικό Νότο θα συναντήσουμε Πόντιους αγωνιστές. Ο Κάνις γράφει: “Ουχ ήττον και πολλοί νέοι Πόντιοι μέσον Ρωσίας και Ρουμανίας κατήλθον εις την Ελλάδα και επολέμησαν γενναίως εν Ηπείρω και Στερεά Ελλάδα…” Ο εντοπισμός τους είναι δύσκολος γιατί ανάφερονται ως προερχόμενοι από τη Μικρά Ασία. Σε μια μελέτη για τους Μικρασιάτες αγωνιστές Κ. Μ. Κωνσταντινίδη “Η συμβολή των Μικρασιατών εις την εθνική αναγέννησιν” που δημοσιεύτηκε το 1940 στο περιοδικό Μικρασιατικά Χρονικά, ο Οδυσσέας Λαμψίδης κατάφερε να εντοπίσει 17 Πόντιους αγωνιστές και να δημοσιεύσει με πλήρη τεκμηρίωση τα ονόματά τους. Ο εντοπισμός τους έγινε από τον τοπωνυμικό χαρακτηρισμό τους, όπως για παράδειγμα, Τραπεζανλής, Τραπεζούντιος, Μαυροθαλασσίτης, Σιναπλής, Κιουμουσχανελής. (Οδ. Λαμψίδου, “Έλληνες Πόντιοι εις την εθνεγερσίαν του 1821″, Αρχείον Πόντου, τόμ. 33, Αθήνα, 1975-1976, σελ. 9-10).


Ιωνία


Κατά τους σκοτεινούς αιώνες της μουσουλμανικής οθωμανικής κυριαρχίας, η Ιωνία υπήρξε χώρος μεγάλης οικονομικής και πνευματικής ανάπτυξης των Ελλήνων. Η Σμύρνη αποτελούσε το δεύτερο εθνικό κέντρο μετά την Κωνσταντινούπολη. Τα σχολεία της, όπως και αυτά των Κυδωνιών (Αϊβαλί), υπήρξαν εστίες με μεγάλη πνευματική ακτινοβολία. Η πνευματική ανάπτυξη της Ιωνίας θα εκφραστεί το 1819 με την ίδρυση τυπογραφείου στο Αϊβαλί, σε οίκημα της εκκλησίας της Παναγίας της Ορφανής. Η πρώτη του έκδοση είναι μια “Ωδή” της Ευανθίας Καϊρη και ένα στιχούργημα προς τιμήν του A. Didot. Η εκδοτική δραστηριότητα θα παύσει μετά την έκρηξη της επανάστασης και την καταστροφή της πόλης στις 3 Ιουνίου 1821.


Ένας από τους κορυφαίους εμπνευστές της ελληνικής πολιτικής αναγέννησης, ο Αδαμάντιος Κοραής, ήταν Σμυρνιός. Το κίνημα της Φιλικής Εταιρείας είχε βρει γόνιμο έδαφος στην Ιωνία. Πολλοί Έλληνες της Ιωνίας έσπευσαν στην επαναστατημένη Ελλάδα για να πολεμήσουν τους κατακτητές. Οι παραθαλάσσιες ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας έδιναν σημαντική βοήθεια στους επαναστάτες, προκαλώντας την οργή των Οθωμανών.


Με αφορμή την ανατίναξη ενός οθωμανικού πλοίου από μπουρλοτιέρηδες στο λιμάνι της Ερεσσού, στα τέλη του Μαϊου του 1821, έδωσε την αφορμή για την καταστροφή του Αϊβαλιού και των 30.000 Ελλήνων κατοίκων του. Ο Δημήτρης Φωτιάδης περιγράφει ως εξής την καταστροφή της ιωνικής πόλης: “…η μισοαυτόνομη πες εκείνη πολιτεία στα Μικρασιατικά παράλια συγκέντρωσε το φθόνο και τη βουλιμία της αρπαγής του δυνάστη. Γενίτσαροι, ζεϊμπέκια, ταγκαλάκια, γιουρούκηδες άρχισαν να μαζεύονται για να τη διαγουμίσουν. Οι λάμψεις του ντελινιού της Ερεσσού στάθηκαν το σύνθημα ν’ αρχίσουν οι σφαγές. Στέλνουνε μήνυμα στο στόλο μας, που καθώς είπαμε βρισκόταν σ’ εκείνα τα νερά, να τους γλυτώσει από σίγουρο χαμό. Φουντάρουν τα καράβια μας έξω από το λμάνι του Αϊβαλιού, καθώς τα νερά του ρηχά και δεν μπορούσαν να αράξουν μέσα σ’ αυτό. Κατεβάζουν τις σκαμπαβίες και τις φελούκες τους, βάζουν σε μερικές απ’ αυτές μικρά κανόνια και τρέχουν στην ξηρά. Τους δρόμους τους διαφεντεύει κιόλας ο θάνατος, όπως οι Τούρκοι είχανε ξεχυθεί στην πολιτεία καίοντας και σφάζοντας. Τους χτυπάνε οι μαρινάροι μας και τους πισωγυρίζουν. Κι ο λαός ξεχύνεται με την αγωνία της σωτηρίας στην χυχή και τους μπόγους της προσφυγιάς στο χέρι, στις σκαμπαβίες και στις φελούκες. Φορτωμένες ως τα μπούνια, κουβαλάνε αδιάκοπα στα καράβια μας τη Ρωμιοσύνη που αποζήταγε, για μια ακόμα φορά, να βρει τη σωτηρία στη φυγή.


Μα που να χωρέσουν τόσες χιλιάδες ψυχές; Σε λίγο κινδύνευαν να βουλιάξουν τα καράβια μας από το πλήθος της δυστυχίας που σωριάστηκε σ’ αυτά. Σ’ ένα μονάχα, στον “Αγαμέμνονα” του Τσαμαδού, 870 ψυχές έιχαν πλημμυρίσει το πόντε του, τους κοραδούρους του, τ’ αμπάρια του.


Όσοι δεν ήταν πια τρόπος να βρούνε λίγο τόπο στα καράβια μας. Απόμειναν στην ξηρά. Οι λαντρες σφάχτηκαν, οι γυναίκες και τα παιδιά πουλήθηκαν και σύρθηκαν στη σκλαβιά και στην ατίμωση. Οι άλλοι που γλύτωσαν σκόρπισαν στα νησιά -Ψαρά. Αίγιαν, Σκύρο, Ύδρα, Σπέτσες. Μαύρη κι άραχλη η ζωή τους στον αχάριστο αγώνα να οικονομήσουν το ψωμί της προσφυγιάς. Ελευθερία, πόσο ακριβά σ’ αγοράζουν οι λαοί! Η μόνη ευτυχία τούτων των δυστυχισμένων στάθηκε, πως πολλοί απ’ αυτούς πολέμησαν το δυνάστη στεριά και θάλασσα.” (Δημήτρη Φωτιάδη, Η Επανάσταση του ’21, Αθήνα, εκδ. Μέλισσα, 1971, σελ. 111.)


Οι διωγμοί δεν τελείωσαν με την καταστροφή του Αϊβαλιού αλλά συνεχίστηκαν ως το Δεκέμβριο στη Σμύρνη και στο Κουσάντασι. Μεγάλος αριθμός των κατοίκων αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Ιωνία και να καταφύγει στην Ελλάδα. Ως πρώτοι κάτοικοι του Πειραιά, το 1834, καταγράφονται 150 πρόσφυγες από τη Χίο και την Ιωνία. (Λ. Λεοντίδου, Πόλεις της σιωπής. Εργατικός εποικισμός της Αθήνας και του Πειραιά, 1909-1940)


Το 1826 ο Σμυρνιός Ιωάννης Καρόγλου συγκροτεί στην Πελοπόννησο την “Ιώνιο Φάλαγγα”. Εφεξής, ένα μέρος των Ιώνων, θα συμμετέχουν συγκροτημένα στην Επανάσταση. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το σχετικό δημοσίευμα της “Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος” στις 24 Ιουλίου 1826, συγκροτήθηκε στο Ναύπλιο δύο μήνες μετά την πτώση του Μεσολογγίου. Σκοπός της Φάλαγγας ήταν “… η εις εν σώμα ένωσις των εις την ελευθέραν Ελλάδα ευρισκομένων και υπό διαφόρους αρχηγούς διεσπαρμένων Ιώνων… δια να κατασταθώσιν ούτω χρησιμώτεροι εις τον υπέρ της ελευθερίας ιερού ελληνικού αγώνα.”


Η Ιώνιος Φάλαγγα εκστράτευσε στη νότια Πελοπόννησο για να αντιμετωπίσει τον Ιμπραήμ. Έλαβε μέρος στις μάχες του χωριού Μεχμέταγά και του Μπασαρά, όπου και διακρίθηκε. Το φθινόπωρο του ’26 πολέμησε στην Αττική. Συμμετείχε στις μάχες της Δόμβραινας, της Αράχοβας, του Διστόμου και της Ακρόπολης των Αθηνών. Το ιωνικό αυτό στρατιωτικό σώμα διαλύθηκε το 1827, μετά την αποτυχημένη εκστρατεία του Φαβιέρου στη Χίο. Οι περισσότεροι από τους άντρες του επέστρεψαν στο Ναύπλιο. Αργότερα εντάχθηκαν στις στρατιωτικές ομάδες που οργάνωσε ο Καποδίστριας.


Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους αρκετοί πρόσφυγες θα επιστρέψουν στις ιωνικές τους εστίες. (Γ. Αναστασιάδη, “Η συμβολή των Μικρασιατών εις την εθνικήν αναγέννησιν”, Μικρασιατικά Χρονικά, τεύχ. 1, 1938.)


Η ΜΟΙΡΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΕΠΟΧΗ


Εάν προσπαθήσουμε να κατατάξουμε κατά την οθωμανική περίοδο τους Ρωμιούς, ελληνόφωνους και μη, θα διακρίνουμε δύο μεγάλες κατηγορίες: τους χριστιανούς και τους μουσουλμάνους. Οι χριστιανοί Ρωμιοί, από τους οποίους θα προέλθουν οι Έλληνες την εποχή του έθνους-κράτους, είχαν μια ενδιαφέρουσα πορεία, ως χρήσιμος λαός για την οικονομία της Αυτοκρατορίας. Δομικά οι Οθωμανοί δημιούργησαν το θεσμό των μιλέτ, όπου μέσα τους εγκλώβισαν τις θρησκευτικές ομάδες να γνωρίζοντας τις ηγεσίες τους. Έτσι δημιουργήθηκαν το ελληνοορθόδοξο, το αρμενικό και το εβραϊκό μιλέτ. Κυρίαρχο φυσικά παρέ3μενε το μιλέτ των μουσουλμάνων. Στην περίπτωση των Ελλήνων και των υπόλοιπων Ρωμιών, το Πατριαρχείο και ο κλήρος υπήρξαν θεσμοί απαραίτητοι και χρήσιμοι για την Αυτοκρατορία. Ενισχύθηκαν και εφοδιάστηκαν με πλήθος προνομίων.


Σημαντικό γεγονός για τη διαμόρφωση των εθνοπολιτισμικών ομάδων υπήρξε η ελληνική κυριαρχία επί των άλλων ορθοδόξων, μέσω της ένταξής τους στο μιλέτ των Ρωμιών. Η μικρή ομάδα των Φαναριωτών, κατάφερε να γίνει απαραίτητη στην οθωμανική διοίκηση και να χρησιμοποιηθεί ανάλογα. Κορυφαία στιγμή του ρόλου της ήταν η ανάληψη της διοίκησης των παραδουνάβιων ηγεμονιών. Ο λαός, όμως υπέφερε από την αυθαιρεσία της μουσουλμανικής διοίκησης και την αβάστακτη φορολογία. Εξάλλου, η επίσημη πολιτική ευνοούσε πάντα τον εξισλαμισμό.


Η οθωμανική κατάκτηση ήταν αιτία μεγάλης εξόδου προς τη Δύση και τη Ρωσία, όπου δημιουργήθηκαν σημαντικές ελληνικές παροικίες, από την Άλωση της Πόλης και εντεύθεν. Οι παροικίες αυτές, όπου κατοικούσε η ελληνική διανόηση αλλά και η νεαρή ελληνική επιχειρηματική τάξη, υπήρξαν οι χώροι όπου οι νέες ιδέες του ευρωπαϊκού διαφωτισμού οδήγησαν στη διατύπωση του αιτήματος για αποτίναξη της οθωμανικής κυριαρχίας. Η τάση αυτή πήρε στις αρχές του 19ου αιώνα, τη μορφή ενός μεγάλου επαναστατικού κινήματος του συνόλου των Ελλήνων, με αποτέλεμσα κατέληξε στη δημιουργία ενός μικρού κράτους στο Νότο της βαλκανικής χερσονήσου, το οποίο περιλάμβανε τα πλέον απομακρυσμένα και υποβαθμισμένα εδάφη του ελληνικού κόσμου.


Αντίθετα, όσοι απ’ τους Ρωμιούς, ελληνόφωνους ή μη, εξισλαμίστηκαν, ενσωματώθηκαν στο κοινωνικό μόρφωμα που στην εποχή του εθνικισμού ονομάστηκε “τουρκικό έθνος” αποκτώντας μια πλαστή τουρκική εθνική ταυτότητα, όπως και οι υπόλοιπες μουσουλμανικές εθνότητες. Οι ιστορικές συνθήκες δεν επέτρεψαν στο μέρος αυτό των Ελλήνων -το οποίο είχε εμφανιστεί σε κάθε μέρος του ελληνικού κόσμου- να εκφραστεί πολιτικά. Το μέγεθός του δεν ήταν ευκαταφρόνητο. Για παράδειγμα, η πλειονότητα των Ελλήνων του μικρασιατικού υψίπεδου είχε εξισλαμιστεί, στην Κρήτη κατά το πρώτο τέταρτο του 19ου αιώνα οι χριστιανοί ήταν λίγο, μόνο, περισσότεροι από τους μουσουλμάνους, ενώ στον Πόντο, πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με βάση τους υπολογισμούς του Πατριαρχείου οι μουσουλμάνοι και κρυπτοχριστιανοί Έλληνες ανέρχονταν στο ένα τρίτο του αριθμού των χριστιανών Ελλήνων. Στην Κύπρο, οι εξισλαμισμένοι πρέπει να ανέρχονταν επίσης στο ένα τέταρτο του ορθόδοξου πληθυσμού κ.λπ. Σήμερα, στη σύγχρονη τουρκική κοινωνία, παραμένουν ακόμα ορατές τέσσερις ελληνόφωνες μουσουλμανικές ομάδες: κρητική, ποντιακή, μακεδονική και κυπριακή.


Η ΑΝΟΛΟΚΛΗΡΩΤΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ


Οι Λευκές Σελίδες της νεότερης ιστορίας μας συνδέονται κυρίως με τις ελλείψεις που παρουσιάστηκαν κατά την πορεία για εθνική αποκατάσταση των Ελλήνων, που ξεκίνησε στις αρχές του 19ου αιώνα και τελείωσε άδοξα στο τραγικό ’22. Τα μεγάλα κέντρα των Ελλήνων, όπως η Κωνσταντινούπολη, η Σμύρνη και η Τραπεζούντα, βρέθηκαν εκτός των ορίων του εθνικού κράτους. Εντάχθηκαν όμως στο νέο τουρκικό κόσμο που άρχισε να διαμορφώνεται μετά το ’23.


Η ελληνική περίπτωση είναι ιδιαίτερη σ’ ολόκληρο τον ευρωπαϊκό χώρο. Το κράτος ιδρύθηκε σε μια περιοχή που βρισκόταν μακρυά από το κέντρο του ελληνικού κόσμου, και επί πλέον δεν διέθετε αστική τάξη, η ύπαρξη


της οποίας αποτελούσε προϋπόθεση για δημιουργία έθνους-κράτους. Αυτή ήταν η βασική γενετική αντινομία, η οποία έκανε μοναδικό το ελληνικό παράδειγμα. Το νεαρό ελληνικό κράτος του 1830 ήταν περισσότερο ένα εξαρτημένο Πριγκηπάτο του Μορέως και της Ρούμελης, παρά ένα πραγματικό έθνος-κράτος των Ελλήνων. Η μοναδική πιθανότητα φυσιολογικής αναίρεσης αυτής της βασικής αντινομίας, η ολοκλήρωση της επανάστασης του 1821 και ο ποιοτικός μετασχηματισμός του ελλαδικού κρατιδίου, θα μπορούσε να γίνει μόνο με την ενσωμάτωση των αναπτυγμένων ελληνικών περιοχών της Ανατολικής Θράκης και της Μικρά Ασίας.


Η ιδιομορφία της ελληνικής περίπτωσης, μαζί με την εμφάνιση μιας εκτεταμένης γραφειοκρατικής και κρατικοδίαιτης τάξης, προκάλεσε την περιχαράκωση της νέας κοινωνίας και την εμφάνιση ενός εθνικού συντηρητισμού, ο οποίος στόχευε στη διατήρηση της “μικράς πλην εντίμου Ελλάδος”, δηλαδή των κεκτημένων των κυρίαρχων ομάδων. Παράλληλα, και η πολιτική αντιπολίτευση που δημιουργήθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα και αποκρυσταλώθηκε στο ΣΕΚΕ, εξέφρασε τον πλέον ακραίο εθνικό συντηρητισμό, ο οποίος μεγενθύνθηκε λόγω της ιδεολογικής εξάρτησης από το μπολσεβικικό κόμμα που ακολούθησε πολιτική στήριξης του τουρκικού εθνικισμού. Αυτοί είναι οι πραγματικοί λογοι, που η μεγαλύτερη καταστροφή που υπέστη ποτέ ο ελληνισμός -τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά- παραμένει τόσο πολύ άγνωστη, μόλις οκτώ δεκαετίες από το τέλος της ανθρωποσφαγής.


Το εντυπωσιακό στην περίπτωση της ελληνικής Αριστεράς είναι ότι κινήθηκε στον αντίποδα των θέσεων της Λούξεμπουργκ, του Τραπεζούντιου Γεώργιου Σκληρού και του Σμυρνιού Δημήτρη Γληνού. Οι κορυφαίοι αυτοί διανοούμενοι της Αριστεράς υποστήριξαν σε εντυπωσιακής εμβρίθειας αναλύσεις, ότι για να ανθίσουν οι κοινωνικοί αγώνες στην ευρύτερη περιοχή ήταν αναγκαίο να διαλυθεί η απολυταρχική Οθωμανική Αυτοκρατορία στα εξ ων συνετέθη και οι υπόδουλοι λαοί να ακολουθήσουν τη δική τους αυτόνομη πορεία εθνικής πολιτικής συγκρότησης.


(*) Ο κ. Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ σύγχρονης Ιστορίας, μαθηματικός. Βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών για τη συγγραφή της ιστορίας των Ελλήνων στον Εύξεινο Πόντο


 

Δεν υπάρχουν σχόλια: