Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2012

Η Ελλάδα πονάει, η Ευρώπη κωφεύει

Αν θέλετε να προκαλέσετε σημαντική δυσφορία κατά τη διάρκεια μιας συνεδρίασης για την ευρωπαϊκή πολιτική, απλώς αναφέρετε το ακρώνυμο «OSI», ή αλλιώς επίσημη συμμετοχή του δημόσιου τομέα. Η ιδέα ότι οι επίσημοι πιστωτές, και με αυτό εννοούμε κυβερνήσεις και περιφερειακούς οργανισμούς, μπορεί να χρειαστεί να δεχτούν μείωση στις συμβατικές απαιτήσεις τους απέναντι στην Ελλάδα είναι ανάθεμα για πολλούς. Ωστόσο, το θέμα θα εμφανιστεί επανειλημμένα, και πιο συχνά, δεδομένης της παρούσας περιορισμένης προσέγγισης για την επίλυση των βαθιών προβλημάτων στην Ελλάδα.
Οι πιστωτές έχουν καλούς λόγους να αντιστέκονται στο OSI. Ο δανεισμός τους στην Ελλάδα δεν ήταν μια εμπορική απόφαση, αλλά μάλλον μια επείγουσα παρέμβαση. Ο στόχος ήταν τόσο η σταθεροποίηση της Ελλάδας όσο και ο περιορισμό εξάπλωσης αποσταθεροποιητικών τάσεων σε άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Οι δανεισμοί αυτοί συνέβησαν όταν οι ιδιώτες πιστωτές έφευγαν από την Ελλάδα μαζικά, και πολύ άτακτα. Η χρηματοδότησή τους επεκτάθηκε σε προνομιακά επιτόκια. Τα δάνεια που έλειγαν επιμηκύνθηκαν πολύ πιο πέρα από ότι θα περίμενε ένας ιδιώτης πιστωτής. Και, στο τέλος, ο δημόσιος τομέας παρείχε ακόμη μεγαλύτερη χρηματοδότηση στην Ελλάδα, ώστε η χώρα να μπορούσε να καλύψει τις υποχρεώσεις εξυπηρέτησης του χρέους της.
Τίποτα από αυτά δεν θα είχε συμβεί αν ο δημόσιος τομέας δεν θεωρούσε τον εαυτό του ως ένα «προτιμητέο πιστωτή». Αυτό περιμένει ένας δανειστής έσχατης ανάγκης εύλογα, ειδικά όταν καλείται να αντιμετωπίσει μια άτακτη κατάρρευση χρηματοδότησης (και ως εκ τούτου να περιορίσει τις απώλειες που επιβαρύνουν τους ιδιώτες πιστωτές). Και αυτό πιστεύουν πολλά κοινοβούλια των χωρών πιστωτών καθώς επιβαρύνουν τα εγχώρια φορολογικά έσοδα με πραγματικές ή ενδεχόμενες ελληνικές υποχρεώσεις.
Ωστόσο, η ιστορία δεν είναι τόσο απλή για δύο διαφορετικούς λόγους: υπάρχουν προηγούμενα. Και χωρίς περαιτέρω μείωση του χρέους, η Ελλάδα έχει ελάχιστες ελπίδες να αποκαταστήσει την ανάπτυξη της, την απασχόλησης και, κατά συνέπεια, την οικονομική της φερεγγυότητα.
Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που οι δυτικές χώρες ασχολούνταν με τη θέλησή τους με τη μείωση του χρέους σε αναπτυσσόμενες οικονομίες, υπό την αιγίδα της λεγόμενης Λέσχης των Παρισίων. Αυτό συνέβη συχνά σε συνδυασμό με το είδος της συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα που έχει ήδη συμβεί στην Ελλάδα, και έχει εξαφανίσει περισσότερο από το ήμισυ των συμβατικών απαιτήσεων ιδιωτών πιστωτών.
Ακόμα και πολυμερείς οργανισμούς, που είναι γνωστοί για τη φανατική διαφύλαξη του καθεστώτος προτιμώμενου πιστωτή, έχουν βρει τρόπους στο παρελθόν να παρέχουν εκ των πραγμάτων παραχωρήσεις προς υπερχρεωμένες  χώρες. Μάλιστα, μόλις πριν από λίγες εβδομάδες, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα χρησιμοποίησε ένα έξυπνο μηχανισμό για τη διοχέτευση χρήματος στην Ελλάδα, έτσι ώστε να μπορεί να ανακυκλωθεί ως πληρωμή από την εξυπηρέτηση του χρέους της χώρας προς την κεντρική τράπεζα.
Στη συνέχεια, και ακόμη πιο σημαντικό, υπάρχει η επείγουσα πραγματικότητα της παραπαίουσας προσαρμογής της Ελλάδας και η προσπάθεια μεταρρύθμισης.
Περισσότερο από τρία χρόνια επιβολής μιας σειράς προγραμμάτων από την τρόικα και η Ελλάδα έχει επανειλημμένα αποτύχει να παράγει ανάπτυξη, να θέσει υπό έλεγχο την εκρηκτική δυναμική του χρέους της και να προσελκύσει νέα κεφάλαια. Πράγματι, όταν πρόκειται για αποτελέσματα, το σύνολο σχεδόν των προγραμματισμένων στόχων έχουν χαθεί.
Με την έκδηλη αποτυχία να φανεί φως στο τέλος ενός πολύ επίπονου τούνελ, το αποτέλεσμα ήταν μια άνευ προηγουμένου απόρριψη από τον πληθυσμό - οικονομική, πολιτική και κοινωνική. Και ποιος μπορεί να κατηγορήσει τον ελληνικό λαό για την απογοήτευση τους;
Οι περισσότεροι οικονομολόγοι θα συμφωνούσαν ότι, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες, η κατάσταση θα μπορούσε κάλλιστα να πάρει ακόμα χειρότερες διαστάσεις αν υπάρξουν θεμελιώδεις αλλαγές στο χρέος στην Ελλάδα και / ή στις παραμέτρους ανταγωνιστικότητας της. Με άλλα λόγια, κανένα ρεαλιστικό μέτρο εγχώριας λιτότητας και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσειων - ακόμα κι αν ήταν κοινωνικά και πολιτικά αποδεκτό, το οποίο είναι ένα μεγάλο αν – δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει εάν η Ελλάδα δεν ανακτήσει μεγαλύτερο βαθμό λειτουργικής ευελιξίας. Στα περισσότερα σενάρια, άλλος ένας γύρος μείωσης του χρέους αποτελεί αναγκαιότητα, αλλά δεν είναι επαρκής προϋπόθεση για μια βιώσιμη λύση σε μια πολύ δύσκολη κατάσταση.
Χωρίς σημαντική μείωση στο χρέος της, η Ελλάδα θα είναι σχεδόν αδύνατο να προσελκύσει νέες εισροές κεφαλαίων. Γιατί θα πρέπει οι πιστωτές να επανέλθουν όταν ο κίνδυνος της συντονισμένης προσπάθειας κουρέματος του χρέους είναι τόσο υψηλός; Και χωρίς νέα κεφάλαια, η δραστηριότητα του ιδιωτικού τομέα θα συνεχίσει να καταρρέει, οι καθυστερήσεις στις πληρωμές θα αυξηθούν περαιτέρω, και η ανάπτυξη και η απασχόληση θα παραμείνουν στα χαρτιά.
Έχει έρθει η ώρα για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να σκεφτούν πολύ σοβαρά για την ανάλυση κόστους-οφέλους του OSI για την Ελλάδα, καθώς και τις ευρύτερες περιφερειακές επιπτώσεις. Όσο περισσότερο περιμένουν αγνοώντας τις αναλύσεις, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα μιας μη προγραμματισμένης και κακοδιαχειριζόμενης μείωσης του χρέους, με όλο και μικρότερα οφέλη για την Ελλάδα και την Ευρώπη στο σύνολό της.


Δεν υπάρχουν σχόλια: